Προειδοποιητικά γενετικά σημάδια χρόνια πριν την εμφάνιση συμπτωμάτων

1


Σύνοψη

  • Επιστήμονες από το ινστιτούτο Wellcome Trust Sanger ανακάλυψαν ότι η πορεία εξέλιξης των χρόνιων καρκίνων του αίματος μπορεί να προβλεφθεί μέσω συγκεκριμένων γενετικών αλλαγών που εμφανίζονται πολλά χρόνια πριν την κλινική επιδείνωση.
  • Η δημιουργία γενετικών «οικογενειακών δέντρων» για τα αιμοσφαίρια αποκάλυψε ότι οι ασθενείς με σταθερή πορεία διατηρούν γενετικά αμετάβλητους κυτταρικούς πληθυσμούς, ενώ όσοι επιδεινώνονται συσσωρεύουν νέες, ανιχνεύσιμες μεταλλάξεις.
  • Ασθενείς που στερούνται των τυπικών μεταλλάξεων (στα γονίδια JAK2, CALR ή MPL) διαπιστώθηκε πως συχνά παρουσιάζουν κυτταρικές αλλοιώσεις συμβατές αποκλειστικά με τη φυσιολογική διαδικασία της γήρανσης, υποδεικνύοντας ότι ενδέχεται να λαμβάνουν εσφαλμένα τη διάγνωση του καρκίνου.
  • Τα νέα δεδομένα οδήγησαν ήδη στην έκδοση νέων κατευθυντήριων γραμμών, οι οποίες στοχεύουν στην αποτροπή περιττών και παρεμβατικών θεραπειών, προκρίνοντας την τακτική γονιδιωματική παρακολούθηση για την έγκαιρη ανίχνευση πραγματικών κινδύνων.

Η μελέτη του ινστιτούτου Wellcome Sanger αποδεικνύει ότι η αλληλούχηση του γονιδιώματος μπορεί να προβλέψει την πορεία των μυελοϋπερπλαστικών νεοπλασμάτων δεκαετίες πριν την εμφάνιση συμπτωμάτων. Μέσα από την ανάλυση 450 δειγμάτων DNA και 8.000 εξετάσεων σε βάθος 25ετίας, οι ερευνητές κατάφεραν να διαχωρίσουν με απόλυτη ακρίβεια τις επικίνδυνες κακοήθειες από την αβλαβή φυσιολογική γήρανση των κυττάρων.

Τα μυελοϋπερπλαστικά νεοπλάσματα (MPNs) αποτελούν μια ομάδα σπάνιων, μακροχρόνιων καρκίνων του αίματος που ξεκινούν από τον μυελό των οστών, δηλαδή το σημείο όπου παράγονται τα κύτταρα του αίματος του ανθρώπινου οργανισμού. Στους ασθενείς που πάσχουν από αυτά τα νεοπλάσματα, ο μυελός των οστών παράγει ορισμένα αιμοσφαίρια με έναν εντελώς ανεξέλεγκτο ρυθμό, μια διαδικασία που συχνά εξελίσσεται εξαιρετικά αργά και ύπουλα, ξεκινώντας με αρχικές μεταλλάξεις στο DNA οι οποίες εμφανίζονται νωρίς στη ζωή του ατόμου και ακολουθούνται από πρόσθετες γενετικές αλλαγές που συσσωρεύονται με την πάροδο των δεκαετιών.

Η πορεία αυτής της χρόνιας νόσου παρουσιάζει τεράστιες διακυμάνσεις μεταξύ των διαφόρων ασθενών, γεγονός που μέχρι σήμερα καθιστούσε τη διαχείριση της ιδιαίτερα περίπλοκη για τους αιματολόγους. Ορισμένοι άνθρωποι αισθάνονται απολύτως καλά για πάρα πολλά χρόνια και χρειάζονται μόνο εξαιρετικά ήπιες υποστηρικτικές θεραπείες, διατηρώντας τη νόσο τους σε ένα απόλυτα σταθερό επίπεδο χωρίς ιδιαίτερες επιπλοκές. Ωστόσο, άλλοι ασθενείς καταλήγουν να αναπτύξουν πολύ πιο σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της λευχαιμίας ή της μυελοΐνωσης, η οποία προκαλεί εκτεταμένη δημιουργία ουλώδους ιστού μέσα στον μυελό των οστών και καταστρέφει την ικανότητα παραγωγής υγιούς αίματος.

Η αδυναμία των ιατρών να καθορίσουν εκ των προτέρων ποιανού ασθενούς η νόσος θα παραμείνει αδρανής και ποιανού θα εξελιχθεί επιθετικά, οδήγησε την ερευνητική ομάδα σε μια ενδελεχή διερεύνηση της πιθανότητας τα ίδια τα γονίδια να περιέχουν τις κρίσιμες απαντήσεις που απουσίαζαν από τις παραδοσιακές κλινικές εξετάσεις.

Η κατασκευή «οικογενειακών δέντρων» μέσω αλληλούχησης DNA

Για να κατανοήσουν τους βαθύτερους μηχανισμούς αυτής της κυτταρικής εξέλιξης, οι ερευνητές παρακολούθησαν συστηματικά μια ομάδα 30 ασθενών με χρόνιους καρκίνους του αίματος, συνδυάζοντας την αλληλούχηση ολόκληρου του γονιδιώματος με εξαιρετικά αναλυτικές κλινικές πληροφορίες. Το τεράστιο μέγεθος των δεδομένων που αναλύθηκαν περιελάμβανε σχεδόν 8.000 αποτελέσματα αιματολογικών εξετάσεων, αναλυτικά αρχεία θεραπειών και περισσότερα από 450 διαφορετικά βιολογικά δείγματα που εξετάστηκαν μέσω επαναλαμβανόμενων γονιδιωματικών ελέγχων, με την παρακολούθηση ορισμένων ασθενών να εκτείνεται σε χρονικό διάστημα έως και 25 ετών μέσα από τη ρουτίνα της κλινικής τους φροντίδας στο νοσοκομείο Cambridge University Hospitals NHS Foundation Trust.

Χρησιμοποιώντας DNA που εξήχθη από τα κύτταρα του αίματος, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν προηγμένους υπολογιστικούς αλγορίθμους για να δημιουργήσουν εκτεταμένα γενετικά «οικογενειακά δέντρα», τα οποία τους επέτρεψαν να ιχνηλατήσουν με πρωτοφανή ακρίβεια την προέλευση των καρκινικών κλώνων, δηλαδή των ομάδων των γενετικά πανομοιότυπων κυττάρων που αργότερα συνέβαλαν στην κλινική πρόοδο της νόσου.

Η πολυπλοκότητα αυτής της ανάλυσης έφερε στο φως ξεκάθαρα μοτίβα βιολογικής εξέλιξης μεταξύ των ασθενών. Οι άνθρωποι των οποίων η νόσος παρέμενε κλινικά σταθερή έτειναν να διαθέτουν γενετικά αδρανείς πληθυσμούς κυττάρων του αίματος, οι οποίοι αποκτούσαν ελάχιστες ή και καθόλου πρόσθετες μεταλλάξεις με την πάροδο του χρόνου. Στον αντίποδα, οι ασθενείς των οποίων η νόσος τελικά προχώρησε σε επιθετικότερες μορφές, ανέπτυσσαν διαρκώς νέες και σύνθετες αλλαγές στο DNA τους καθώς περνούσαν τα χρόνια. Αυτό το εύρημα υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι η θανατηφόρα εξέλιξη στους χρόνιους καρκίνους του αίματος ενδέχεται να είναι βιολογικά «κωδικοποιημένη» και μετρήσιμη πολλά χρόνια προτού η φυσική κατάσταση του ασθενούς επιδεινωθεί εμφανώς.

Επαναπροσδιορίζοντας τη διάγνωση: Καρκίνος ή φυσιολογική γήρανση;

Ένα από τα πιο ανατρεπτικά συμπεράσματα της μελέτης προέκυψε κατά την εξέταση της υποομάδας των ασθενών που δεν έφεραν τις συνηθισμένες μεταλλάξεις στα γονίδια JAK2, CALR ή MPL, οι οποίες ευθύνονται για το 90% περίπου των περιπτώσεων μυελοϋπερπλαστικών νεοπλασμάτων. Μέχρι σήμερα, όταν οι γιατροί εντόπιζαν ύποπτα κύτταρα στον μυελό των οστών αυτών των ασθενών (περίπου στο 10% των συνολικών περιστατικών), προχωρούσαν συχνά σε διάγνωση καρκίνου βασιζόμενοι αποκλειστικά στην οπτική μορφολογία των κυττάρων, οδηγώντας αρκετούς από αυτούς σε βαριές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένης της χημειοθεραπείας, χωρίς να υπάρχουν οριστικά γενετικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πραγματικού καρκίνου.

Ανακατασκευάζοντας τα «οικογενειακά δέντρα» από περίπου 200 γονιδιώματα κυττάρων του αίματος που ανήκαν σε αυτή την κατηγορία ασθενών, οι επιστήμονες διαπίστωσαν πως αντί να παρατηρούνται τα επιθετικά πρότυπα πολλαπλασιασμού που είναι τυπικά για τις καρκινικές παθήσεις, οι γενετικές αλλοιώσεις ήταν απολύτως συμβατές με τις αλλαγές που συμβαίνουν φυσιολογικά στον οργανισμό καθώς ο άνθρωπος γερνάει. Το συγκεκριμένο εύρημα έρχεται να αμφισβητήσει θεμελιωδώς την παγιωμένη αντίληψη ότι οποιοσδήποτε εμφανίζει ασυνήθιστα μορφολογικά χαρακτηριστικά στον μυελό των οστών του πάσχει απαραίτητα από πραγματικό καρκίνο του αίματος.

Τα αποτελέσματα αυτά οδήγησαν άμεσα στη διαμόρφωση νέων κατευθυντήριων οδηγιών από τη Βρετανική Εταιρεία Αιματολογίας, οι οποίες συνιστούν πλέον ότι ορισμένοι ασθενείς θα πρέπει αρχικά να περιγράφονται απλώς ως άτομα που παρουσιάζουν θρομβοκυττάρωση χωρίς μεταλλάξεις (δηλαδή υψηλό αριθμό αιμοπεταλίων χωρίς σαφείς γενετικές αποδείξεις κακοήθειας), αποτρέποντας την άμεση και λανθασμένη διάγνωση του καρκίνου που φέρει βαρύτατες ψυχολογικές και σωματικές συνέπειες.

Η σημασία της τακτικής γονιδιωματικής παρακολούθησης στην κλινική πρακτική

Η ενσωμάτωση της γονιδιωματικής πληροφορίας στην καθημερινή ογκολογική πρακτική υπόσχεται να μεταμορφώσει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τους χρόνιους καρκίνους. Όπως επισημαίνει ο Δρ. Daniel Leongamornlert, κύριος συγγραφέας της μελέτης από το ινστιτούτο Wellcome Sanger, η ανακατασκευή της προγονικής ιστορίας των κυττάρων επιτρέπει την κατανόηση των διαφορετικών εξελικτικών μοτίβων ανάμεσα στους ασθενείς, προσφέροντας ένα ισχυρό προγνωστικό εργαλείο στα χέρια των ιατρών. Η τακτική γονιδιωματική δοκιμή θα μπορούσε στο άμεσο μέλλον να επιτρέψει στους κλινικούς γιατρούς να εντοπίζουν τους ασθενείς υψηλού κινδύνου δεκαετίες πριν η νόσος τους επιδεινωθεί, δημιουργώντας πολύτιμα παράθυρα ευκαιρίας για πρώιμες στοχευμένες παρεμβάσεις.

Παράλληλα, η Δρ. Jyoti Nangalia υπογραμμίζει τη δυσκολία της κλινικής πρόβλεψης με τα παραδοσιακά μέσα, σημειώνοντας ότι η παρακολούθηση της γενετικής εξέλιξης της νόσου πριν καν προκύψουν κλινικές αλλαγές, θα οδηγήσει στην ανάπτυξη πολύ καλύτερων στρατηγικών παρακολούθησης, στην εξάλειψη των ασαφών διαγνώσεων και, τελικά, στην ουσιαστική βελτίωση των αποτελεσμάτων για τους ίδιους τους ασθενείς, εξασφαλίζοντάς τους υψηλότερη ποιότητα ζωής και λιγότερες άσκοπες παρενέργειες από περιττές φαρμακευτικές αγωγές.



Πηγή