Η Insomniac Games αποφάσισε να καθαρίσει τα χέρια της από τον ιστό του Spider-Man και να τα βουτήξει κατευθείαν στα αίματα. Η μετάβαση από τον ανάλαφρο, ακροβατικό Πίτερ Πάρκερ στον βαρύ, εξουθενωμένο και διαρκώς οργισμένο Λόγκαν δεν ήταν απλή υπόθεση. Χρειαζόταν ένα ριζικό ξεβόλεμα από τη ζώνη ασφαλείας του στούντιο. Μετά από δεκάδες ώρες περιπλάνησης για τις ανάγκες αυτού του review ανάμεσα στα παγωμένα δάση του Καναδά και τα σκοτεινά στενά της Madripoor, μπορώ να πω με σιγουριά ότι ο Wolverine είναι ακριβώς όσο ωμός και ασυμβίβαστος περιμέναμε. Ταυτόχρονα όμως, κουβαλάει πάνω του κάποιες αγκυλώσεις στο σχεδιασμό που του στερούν την απόλυτη κορυφή.
Ο Λόγκαν που πονάει, ματώνει και κουράστηκε να ελπίζει
Η αφήγηση χτυπάει κατευθείαν στο ψαχνό, αποφεύγοντας τις φλύαρες εισαγωγές και την ανάγκη να σου ξαναπεί από την αρχή πράγματα που γνωρίζεις ήδη. Ο Λόγκαν εδώ δεν παρουσιάζεται ως ένας αστραφτερός σούπερ ήρωας με στολή, αλλά ως ένας ταλαιπωρημένος επιζών. Το σώμα του είναι ένας διαρκής καμβάς από ουλές και το μυαλό του ένα κουβάρι από διαλυμένες αναμνήσεις και μετατραυματικό στρες. Η ερμηνεία του Liam McIntyre δίνει στο χαρακτήρα μια υπόκωφη βραχνάδα, μακριά από υπερβολές και καρικατούρες, κάνοντας κάθε αναστεναγμό και κάθε ξέσπασμα να ακούγεται απόλυτα γήινο.

Το σενάριο επικεντρώνεται στην προσπάθεια του πρωταγωνιστή να εντοπίσει τα ίχνη του προγράμματος Weapon X, μπλέκοντας παράλληλα με τον υπόκοσμο της Madripoor και πρόσωπα-κλειδιά από το παρελθόν του. Η δυναμική ανάμεσα στον Λόγκαν και την Jean Grey λειτουργεί ως η συναισθηματική άγκυρα της ιστορίας. Αντί για ένα φθηνό ερωτικό μελόδραμα, οι διάλογοι μεταξύ τους αναδεικνύουν δύο ανθρώπους που παλεύουν να διατηρήσουν την ανθρωπιά τους μέσα από εντελώς διαφορετικές τραυματικές εμπειρίες. Η πλοκή δεν αποφεύγει κάποια προβλέψιμα μοτίβα στα μέσα της διαδρομής, όμως διατηρεί μια στιβαρή δραματική ένταση που σε κρατάει κολλημένο στην οθόνη μέχρι τους τίτλους τέλους.

Η αίσθηση του αδαμάντιου στα χέρια σου
Εκεί που το παιχνίδι παραδίδει μαθήματα είναι στο σύστημα μάχης. Η ομάδα ανάπτυξης κατανόησε σε βάθος ότι ο Wolverine δεν χτυπάει με γροθιές ούτε εκτοξεύει ακτίνες. Ο Wolverine διαμελίζει, καρφώνει και κατασπαράζει. Η μάχη έχει ένα πρωτόγνωρο βάρος, με τα animations να διαθέτουν μια επιθετικότητα που σπάνια συναντάμε σε παραγωγές τέτοιου βεληνεκούς. Κάθε χτύπημα μεταδίδει την αίσθηση της δύναμης, με το DualSense να παίζει καθοριστικό ρόλο. Οι σκανδάλες αντιστέκονται σε κάθε εξώθηση των νυχιών, ενώ η απτική ανάδραση αποδίδει με ανατριχιαστική ακρίβεια τον ήχο και τη δόνηση του μετάλλου που συγκρούεται με κόκαλα και σίδερα.

Ο μηχανισμός ίασης δεν είναι απλώς μια μπάρα ζωής που γεμίζει στο παρασκήνιο. Σε πραγματικό χρόνο, τα ρούχα του Λόγκαν κουρελιάζονται, η σάρκα του σκίζεται από σφαίρες και λεπίδες, αποκαλύπτοντας τον λαμπερό σκελετό από αδαμάντιο, πριν οι ιστοί αρχίσουν σταδιακά να κλείνουν ξανά. Αυτή η οπτική ανατροφοδότηση αλλάζει τον τρόπο που παίζεις. Δεν διστάζεις να ορμήσεις μέσα σε μια ομάδα πάνοπλων εχθρών δεχόμενος πυρά, ακριβώς επειδή νιώθεις την άγρια αυτοπεποίθηση του χαρακτήρα. Όταν ενεργοποιείται το Berserker Rage, η κάμερα πλησιάζει επικίνδυνα, ο ρυθμός επιταχύνεται και η δράση μετατρέπεται σε ένα ανεξέλεγκτο μακελειό όπου τα άκρα πετούν προς κάθε κατεύθυνση με απολαυστική ακρίβεια.

Η παγίδα της επανάληψης και οι κλειστοί χώροι
Παρά τον ενθουσιασμό των πρώτων ωρών, το gameplay αρχίζει να εμφανίζει σημάδια κόπωσης όσο πλησιάζεις προς το δεύτερο μισό. Το ρεπερτόριο των βασικών κινήσεων εξαντλείται σχετικά γρήγορα και το δέντρο αναβαθμίσεων προσφέρει περισσότερο στατιστικές βελτιώσεις παρά ουσιαστικές νέες τακτικές επιλογές. Σε ανοιχτούς χώρους η ροή είναι εξαιρετική, αλλά όταν η δράση μεταφέρεται σε στενούς διαδρόμους ή κλειστές αποθήκες, η κάμερα πασχίζει να ακολουθήσει την ταχύτητα του Λόγκαν. Συχνά χάνεις τον προσανατολισμό σου πίσω από κάποιο κιβώτιο ή έναν τοίχο, δεχόμενος χτυπήματα από εχθρούς που βρίσκονται εκτός του οπτικού σου πεδίου.

Ένα ακόμα σημείο που σηκώνει σοβαρή κριτική είναι η συμπεριφορά της τεχνητής νοημοσύνης. Οι αντίπαλοι χωρίζονται σε πολύ συγκεκριμένες κατηγορίες που επαναλαμβάνονται συχνά: οι τυπικοί εκτελεστές με αυτόματα, οι μεγαλόσωμοι bouncers που απαιτούν αποφυγή και χτύπημα στην πλάτη, και οι ελεύθεροι σκοπευτές που σε αναγκάζουν να κλείσεις γρήγορα την απόσταση. Μετά από ώρες παιχνιδιού, οι αρένες μάχης αρχίζουν να μοιάζουν με διαδικαστικά τεστ αντανακλαστικών, όπου εφαρμόζεις τον ίδιο ακριβώς συνδυασμό κινήσεων για να καθαρίσεις το δωμάτιο. Η έλλειψη μεγαλύτερης ποικιλίας εχθρών αφαιρεί πόντους από ένα κατά τα άλλα εκρηκτικό σύστημα μάχης.

Ιχνηλάτηση, stealth και ρυθμός που σκοντάφτει
Η Insomniac προσπάθησε να σπάσει τη μονοτονία του ασταμάτητου ξύλου εισάγοντας μηχανισμούς stealth και χρήσης των οξυμένων αισθήσεων του Wolverine. Δυστυχώς, αυτά τα τμήματα αποτελούν το πιο αδύναμο κομμάτι του τίτλου. Η ικανότητα να ακολουθείς οσμές και ίχνη στο περιβάλλον ενεργοποιεί ένα μονότονο φίλτρο στην οθόνη που σε βάζει σε μια διαδικασία αυτόματου πιλότου, ακολουθώντας απλώς φωτεινές γραμμές στο έδαφος μέχρι το επόμενο σημείο ενδιαφέροντος. Μοιάζει με μια υποχρεωτική υπενθύμιση παρωχημένων σχεδιαστικών τάσεων που δεν προσφέρει καμία ουσιαστική πρόκληση στη διερεύνηση.

Ανάλογα απογοητευτικό είναι και το stealth. Είναι παράταιρο να βλέπεις τον πιο άγριο μεταλλαγμένο της Marvel να σκύβει πίσω από χαμηλά κιγκλιδώματα και να περιμένει υπομονετικά να γυρίσει την πλάτη του ένας φρουρός για να του κάνει αθόρυβο takedown. Οι μηχανισμοί απόκρυψης είναι υπερβολικά συγχωρητικοί, η όραση των εχθρών περιορισμένη και η όλη διαδικασία στερείται της έντασης που απαιτεί η περίσταση. Τις περισσότερες φορές επέλεξα συνειδητά να αγνοήσω το stealth και να ριχτώ κατά μέτωπο στη μάχη, προτιμώντας το χαοτικό πιστολίδι από μια άνοστη και αργόσυρτη απόπειρα κατασκοπείας.

Σχεδιασμός κόσμου και ισορροπία γραμμικότητας
Η δομή των επιπέδων ακολουθεί μια ημι-γραμμική προσέγγιση που σε γενικές γραμμές λειτουργεί θετικά. Αντί για έναν απέραντο, άδειο ανοιχτό κόσμο γεμάτο ανούσια εικονίδια, έχουμε διακριτές, πυκνοκατοικημένες περιοχές που επικεντρώνονται στην ατμόσφαιρα. Η Madripoor σφύζει από ζωή και διαφθορά, λουσμένη στα νέον φώτα, την υγρασία και τη βρωμιά, αποδίδοντας ιδανικά την αισθητική των αντίστοιχων κόμικς. Από την άλλη πλευρά, οι απομονωμένες εκτάσεις στον Καναδά προσφέρουν μια έντονη αντίθεση μοναξιάς και άγριας φύσης, αναδεικνύοντας τις δυνατότητες της μηχανής γραφικών.

Υπάρχουν σημεία όπου οι developers επέλεξαν υπερβολικά ασφαλείς λύσεις. Η περιήγηση στον χώρο παραμένει αυστηρά οριοθετημένη, με αόρατους τοίχους και συγκεκριμένα σημεία πρόσδεσης ή σκαρφαλώματος που αφαιρούν την αίσθηση του αυθορμητισμού. Οι δευτερεύουσες δραστηριότητες δεν καταφέρνουν πάντα να ξεφύγουν από τη λογική της απλής συλλογής αντικειμένων και σημειώσεων, αφήνοντας την εντύπωση ότι ορισμένες περιοχές σχεδιάστηκαν περισσότερο ως οπτικά εντυπωσιακά σκηνικά παρά ως ζωντανοί χώροι ουσιαστικής αλληλεπίδρασης.

Οπτικοακουστικό υπερθέαμα και τεχνική αρτιότητα
Στον τεχνικό τομέα, το παιχνίδι αποτελεί πραγματικό επίδειγμα για το τι μπορεί να αποδώσει το hardware της Sony όταν αξιοποιείται σωστά. Ο φωτισμός μέσω ray tracing, η λεπτομέρεια στο πρόσωπο και τα ρούχα των χαρακτήρων, καθώς και τα σωματιδιακά εφέ κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων βρίσκονται σε κορυφαίο επίπεδο. Η μετάβαση ανάμεσα σε κινηματογραφικά cutscenes και κανονικό gameplay γίνεται αστραπιαία, χωρίς ίχνος οθόνης φόρτωσης. Το performance mode προσφέρει σταθερότατα εξήντα καρέ το δευτερόλεπτο, τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα για την απόκριση που απαιτεί η μάχη, με ελάχιστες και ανεπαίσθητες πτώσεις σε στιγμές ακραίου χαμού.

Ο ήχος συμπληρώνει άψογα την εμπειρία, επενδύοντας στη φυσική παρουσία των πάντων γύρω σου. Το τρίξιμο του χιονιού, το βουητό της βροχής στις λαμαρίνες και το εκκωφαντικό σκίσιμο του μετάλλου συνθέτουν ένα ηχητικό τοπίο που σε απορροφά. Το μουσικό θέμα αποφεύγει τις συνηθισμένες πομπώδεις ορχήστρες υπερηρώων, υιοθετώντας πιο βαριές, κιθαριστικές και βιομηχανικές γραμμές που ταιριάζουν γάντι στην προσωπικότητα του πρωταγωνιστή.

Η τελική ετυμηγορία για τον μεταλλαγμένο της Insomniac
Το Marvel’s Wolverine δεν επανεφευρίσκει τους κανόνες των third-party action games, ούτε επιχειρεί να σπάσει κάθε κατεστημένο. Κάνει όμως κάτι εξίσου σημαντικό: αγκαλιάζει πλήρως την αιματοβαμμένη, βασανισμένη φύση του κεντρικού ήρωα χωρίς εκπτώσεις για να πετύχει ένα πιο φιλικό ηλικιακό όριο. Η βία είναι ακατέργαστη, το συναίσθημα παρόν και η αίσθηση του να ελέγχεις τον Λόγκαν σε πλήρη έξαρση προσφέρει μερικές από τις πιο εκρηκτικές στιγμές που έχουμε ζήσει στην τρέχουσα γενιά κονσολών.

Αν είχε επιδειχθεί λίγο μεγαλύτερο θάρρος στην ποικιλία των μηχανισμών μάχης και είχαν αποφευχθεί τα άβολα stealth τμήματα που ρίχνουν αχρείαστα τους παλμούς, θα μιλούσαμε για ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα. Ακόμα κι έτσι όμως, αποτελεί μια καθηλωτική, σκοτεινή περιπέτεια που τιμά απόλυτα τον χαρακτήρα και αποδεικνύει ότι τα υπερηρωικά games μπορούν να κοιτάξουν στα μάτια ένα πιο ώριμο κοινό, προσφέροντας καθαρή, ανόθευτη δράση με ουσιαστικό αντίκτυπο.








